Ενώ τόσοι πολλοί από τους σημερινούς πρωτοποριακούς καλλιτέχνες μοιάζουν τόσο άμεσα προσβάσιμοι, οι Pixies είναι ένα από εκείνα τα συγκροτήματα που φαντάζουν απρόσιτα. Αφού διαμόρφωσαν το καλούπι για την alternative rock στα τέλη της δεκαετίας του '80 και διαλύθηκαν το 1993, ήταν σχεδόν σαν η μπάντα να ενσωματώθηκε στο ίδιο το DNA της μουσικής. Και μέχρι τη στιγμή που επανενώθηκαν το 2004, είχαν πλέον γίνει θρύλος. Ωστόσο πέρυσι, δόθηκε στους θαυμαστές μια πρωτοφανής ευκαιρία να μπουν στον κόσμο της μπάντας με το It’s a Pixies Podcast, το οποίο καταγράφει τη δημιουργία του άλμπουμ τους Beneath the Eyrie (2019) κατά τη διάρκεια ενός μήνα σε ένα στούντιο όπου διέμεναν, στην περιοχή Upstate New York.
Το εγχείρημα αυτό ανέδειξε για άλλη μια φορά τους Pixies σε πρωτοπόρους, καθώς ήταν το πρώτο ντοκιμαντέρ σε μορφή podcast για τη δημιουργία ενός άλμπουμ που είχαμε ακούσει ποτέ. Από τότε, είδαμε την κυκλοφορία του Spotify Original 21 Days with mxmtoon, το οποίο καταγράφει τη δημιουργική διαδικασία με τη μορφή ηχητικού ημερολογίου. Ωστόσο, το εγχείρημα των Pixies ήταν, και παραμένει, μοναδικό στο είδος του ως προς την έκταση και τη φιλοδοξία του: η ομάδα παραγωγής κατέγραψε πάνω από 300 ώρες υλικού, σύμφωνα με το Spotify for Podcasters. Μιλήσαμε με τον μάνατζερ των Pixies, Richard Jones, για να μάθουμε αν θα έπρεπε και άλλοι καλλιτέχνες να σκεφτούν να ακολουθήσουν ξανά τα βήματά τους.
Spotify for Artists: Πείτε μας πώς γεννήθηκε αυτή η ιδέα.
Richard Jones: Οι Pixies έχουν μια πασίγνωστη και σπουδαία δισκογραφία, με την οποία μπορούν να περιοδεύουν με επιτυχία σε όλο τον κόσμο για πάρα πολλά χρόνια. Όμως πάντα βλέπαμε, όπως συμβαίνει με πολλούς καλλιτέχνες αυτής της γενιάς, ότι χρειάζεται χρόνος για να εκτιμηθεί και να αγαπηθεί η νέα μουσική με τον ίδιο τρόπο. Έτσι, καθώς πλησιάζαμε σε αυτόν τον δίσκο, σκέφτηκα: «Πώς μπορούμε να βοηθήσουμε τους ανθρώπους να δεθούν με τη μουσική για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα; Πώς θα αποκτήσουν μεγαλύτερη οικειότητα μαζί της και αναμνήσεις σε διάφορες στιγμές της ζωής τους, πριν καν κυκλοφορήσει ο δίσκος, σχεδόν σαν να τους ήταν ήδη γνωστός;»
Με άλλα λόγια, ουσιαστικά να τον κάνουμε κλασικό πριν καν κυκλοφορήσει.
Ναι. Πέρασα πολύ χρόνο παρακολουθώντας πώς μιλάνε οι θαυμαστές μας για τη μουσική στις παρέες τους και στα γκρουπ θαυμαστών. Ανέλυαν και συζητούσαν τα κομμάτια σε μεγάλο βάθος, επομένως σκέφτηκα: «Μήπως να βγάζαμε ένα podcast;» Γιατί δεν ηχογραφούμε καθετί που κάνουμε, σπάζοντάς το σε χορταστικά επεισόδια, ώστε ο κόσμος να μπορεί να τα ακούει ξανά και ξανά και να δεθεί με τα τραγούδια με τον δικό του τρόπο;» Και ταυτόχρονα, να μάθει λίγα περισσότερα για τους ίδιους τους μουσικούς, μιας και οι Pixies είναι γνωστοί για το πόσο κρατάνε την προσωπική τους ζωή μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Οπότε αυτό έγινε εφικτό για πρώτη φορά.
![Paz Lenchantin, φωτογραφία από τον Simon Foster]()
Paz Lenchantin, φωτογραφία από τον Simon Foster
Τι γίνεται όμως με την ιδέα ότι όταν παρατηρείς κάτι, αυτό αλλάζει;
Αυτός ο φόβος εξανεμίστηκε εντελώς με τον τρόπο που το κάναμε — τα μικρόφωνα ήταν απλώς ανοιχτά όλη την ώρα. Δεν είχαμε κόσμο να τριγυρνάει, ούτε παραγωγούς του podcast μέσα στο στούντιο. Νομίζω ότι τις περισσότερες φορές η μπάντα το ξεχνούσε τελείως. Και το καλό με το να δουλεύεις σε ένα στούντιο όπου μένεις κιόλας, είναι ότι όλοι είναι εκεί, όλη την ώρα. Συχνά κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων, κάνεις πράγματα ξεχωριστά — ο καθένας δουλεύει το κομμάτι του, βγαίνει για περπάτημα ή κάθεται και διαβάζει κάτι. Έτσι, ο Τόνι μπορούσε εύκολα να εμφανιστεί, να κάνει μια βόλτα, να δει ποιος είναι ελεύθερος και απλώς να πει: "Πώς πάει σήμερα;" Μία από τις πραγματικές επιτυχίες αυτού του εγχειρήματος είναι ότι αυτές οι συζητήσεις έγιναν εντελώς αυθόρμητα.
Είχε η μπάντα κάποιους ενδοιασμούς εξαρχής;
Αγκάλιασαν την ιδέα από την πρώτη στιγμή και αυτό απαιτεί τεράστια εμπιστοσύνη. Ήξεραν ότι δεν πρόκειται να τους γελοιοποιήσουμε, αλλά ούτε και ότι θα τα παρουσιάζαμε όλα ρόδινα. Πρόκειται για μια πραγματικά ειλικρινή καταγραφή και αναπόληση των όσων συνέβησαν στο στούντιο. Ένα μεγάλο μέρος της γοητείας των Pixies είναι ότι πρόκειται για πολύ γήινους και εργατικούς καλλιτέχνες, οπότε δεν προσπαθήσαμε να το μετατρέψουμε αυτό σε κάποιου είδους τηλεοπτικό ριάλιτι. Έπρεπε να παρασύρουμε τους ακροατές, να τους πάρουμε μαζί μας σε ένα ταξίδι και να τους φέρουμε σε επαφή με τη νέα μουσική, φροντίζοντας παράλληλα να μην πουλήσουμε φτηνό εντυπωσιασμό σε βάρος της μπάντας ή όσων αυτή έκανε.
![David Lovering, φωτογραφία από τον Simon Foster]()
David Lovering, φωτογραφία από τον Simon Foster
Έχεις βοηθήσει μπάντες να βγάλουν άλμπουμ, αλλά πώς ήταν η μετάβαση σε αυτήν τη μορφή ηχητικής αφήγησης; Αυτό το εγχείρημα λειτουργεί προς όφελος του άλμπουμ, αλλά πρέπει ταυτόχρονα να μπορεί να σταθεί και μόνο του.
Σωστά. Όταν φτιάχνεις ένα άλμπουμ, το ιδανικό είναι να το κάνεις για τον εαυτό σου. Έρχεσαι, γράφεις τα τραγούδια που σου βγαίνουν, τα ηχογραφείς με τον τρόπο σου και αυτό είναι όλο. Και, φυσικά, αυτό το podcast δεν έχει καμία σχέση με κάτι τέτοιο. Σε τελική ανάλυση, είναι ένα εργαλείο προώθησης για το άλμπουμ, αλλά ένα καθαρά διαφημιστικό εργαλείο δεν θα είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ξέραμε ότι έπρεπε να αφιερώσουμε τον περισσότερο χρόνο μας στο μοντάζ, ώστε να υπάρχει μια ροή ιστοριών που να διατρέχει όλη τη σειρά. Θυμάμαι ότι δυσκολεύτηκα πολύ να βρω τη σωστή ισορροπία: από τη μία να μοιραστούμε την ιστορία της μπάντας χωρίς να υποτιμάμε τη νοημοσύνη των θαυμαστών και από την άλλη να αποκαλύψουμε τις λεπτομέρειες της διαδικασίας χωρίς να χαλάσουμε το μυστήριο.
Τι είδους ανταπόκριση είδες, λοιπόν, από τους θαυμαστές σου;
Οι σούπερ-θαυμαστές στα φόρουμ και στα γκρουπ του Facebook κυριολεκτικά το λάτρεψαν. Ενθουσιάζονταν με την παραμικρή λεπτομέρεια και κυριολεκτικά ξεψάχνιζαν κάθε επεισόδιο. Στους πιο χαλαρούς θαυμαστές άρεσε πολύ η ιδέα, άρχισαν να καταλαβαίνουν την μπάντα λίγο καλύτερα και να δένονται μαζί της πέρα από τα τραγούδια. Κερδίσαμε επίσης το ενδιαφέρον ανθρώπων που δεν ήταν καν θαυμαστές — άτομα που δούλευαν σε στούντιο, μέσα ενημέρωσης ή podcast, τα οποία γοητεύτηκαν από την όλη διαδικασία. Για να είμαι ειλικρινής, δεν εισπράξαμε καθόλου αρνητικά σχόλια.
Και τι έγινε όταν βγήκατε σε περιοδεία για να παρουσιάσετε τη νέα μουσική;
Αυτό που συνήθως συμβαίνει τον πρώτο μήνα της περιοδείας είναι ότι ο κόσμος ξέρει μόνο τα single, ενώ τα υπόλοιπα κομμάτια δεν έχουν την ίδια ανταπόκριση. Αυτήν τη φορά, ήξεραν όλα τα νέα τραγούδια πολύ νωρίτερα. Βλέποντας πώς αντιδρούσαν οι γεμάτες αίθουσες, υπήρχε πολύ μεγαλύτερη εκτίμηση και δέσιμο με αυτό το άλμπουμ σε σχέση με τα προηγούμενα δύο που βγάλαμε μετά την επανένωση της μπάντας. Οπότε, ναι, όντως έπιασε τόπο!
–Chris Martins